Ημέρα 1200η.

Θυμάμαι ότι για μεγάλο διάστημα της ζωής μου προσπαθούσα να ξεχάσω. Πολλά και διάφορα. Ήθελα να ξυπνήσω ένα πρωί και να μη θυμάμαι τίποτα από συγκεκριμένες περιόδους της ζωής μου. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα ξεχνούσα και τις καλές στιγμές. Αρκεί να μην θυμόμουν τίποτα από αυτά που μου δημιουργούσαν αυτόν τον πόνο και το σφίξιμο στο στήθος, αυτή την κοφτή αναπνοή και την πίεση στο κεφάλι κι όλες αυτές τις σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό με τέτοια ορμή που νομίζεις ότι θα πνιγείς. Ήταν μια σκοτεινή περίοδος της ζωής μου. Που όμως τώρα δεν θέλω με τίποτα να ξεχάσω. Ούτε θα την άλλαζα. Όπως δεν θα άλλαζα και τις κακές στιγμές γιατί με έφεραν σε ακριβώς αυτήν τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα που έχω σήμερα. Κι όλα εκείνα που ήθελα να ξεχάσω, σήμερα τα σκέφτομαι και λέω “πωπω, κοιτά πόσο δυνατή ήμουν και τι έμαθα για τον εαυτό μου” κι όχι “πωπω γιατί μου συνέβη αυτό;” . Άλλωστε όλα είναι θέμα οπτικής.

Νομίζω ότι ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου είναι να αρρωστήσει το μυαλό του, μια μέρα να μην θυμάται τίποτα. Και μιας κι αυτό δεν μπορούμε να το ελέγξουμε, δεν είναι καλύτερα να αποδεχτούμε όλες τις αναμνήσεις μας ως έχουν, να τους πούμε ευχαριστώ και να προχωρήσουμε; Να δημιουργήσουμε όσες περισσότερες μπορούμε; Αν το σκεφτείς, οι αναμνήσεις μας προσδιορίζουν. Είναι το σημείο αναφοράς μας τόσο σαν μονάδες όσο και συλλογικά, σε σχέση με άλλους ανθρώπους ως μέλη μιας ομάδας (κοινωνία, σχολείο, φροντιστήριο, ομαδικά αθλήματα, στρατός, δουλειά, οικογένεια, πανεπιστήμιο, παρέες μακροχρόνιων φίλων αλλά κι όσοι υπήρξαν στη ζωή μας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα).

Πριν μέρες μίλησα με τη γιαγιά μου τη Χαρίκλεια που ζωή να’χει (μία από τις πολλές κι αγαπημένες της ατάκες) είναι 97 χρονών με ο,τι αυτό συνεπάγεται προφανώς, έχει μια δυσκολία στην κίνηση και στην ομιλία. Στεναχωρήθηκα τόσο πολύ που την άκουσα έτσι και με πήραν τα ζουμιά. Όμως μετά σκέφτηκα τη χαρά που θα ένιωσε όταν άκουσε την εγγονή της, το Χαρικλάκι, και το γεγονός ότι βουρκώσαμε κι οι δύο σήμαινε ένα και μόνο πράγμα. Ότι θυμόμαστε. Θυμόμαστε όλα τα υπέροχα καλοκαιρία μαζί, τα γέλια και τους τσακωμούς μας, τις ατελείωτες συζητήσεις μας τα βράδια στη βεράντα στον Καραβά με σβηστά τα φώτα να κοιτάμε τον ουρανό, τα υπέροχα γιαγιαδίστικα και χωριάτικα φαγητά της, τα πολλά Σαββατοκύριακα που περάσαμε στο σπίτι της στον Πειραιά όταν πέθαινε ο παππούς κι ήθελα να της κάνω παρέα, τις βόλτες μας στις κούνιες, που μου έμαθε την προπαίδεια, το αυτοσχέδιο και παράταιρο τραγούδι της όταν χτυπούσα τα γόνατα μου κι έκλαιγα, όταν της ξέφευγαν “κακές” λέξεις και σκάγαμε στα γέλια, και μία από τις φορές που ταξιδεύαμε με το αεροπλάνο για τα Κύθηρα κι εγώ φώναζα “Και τώρα γιαγιά θα πέσουμε” εννοώντας ότι θα προσγειωθούμε κι η γιαγιά μου είχε σκάσει στα γέλια γιατί δίπλα μας καθόταν ένας κύριος που φοβόταν τα αεροπλάνα, που ποτέ μα ποτέ δεν με φιλούσε στο μάγουλο παρά μόνο στο κεφάλι γιατί “δεν κάνει, δεν κάνει”, που με έμαθε να φτιάχνω την υπέροχη σπανακόπιτα της επειδή με άφηνε να την βοηθάω στην κουζίνα από περίπου 5 χρονών.

Thodoris Mavrogiorgis

Σχόλια;