Ημέρα 128η.

Όταν περπατάω στο Λονδίνο μια απλή, καθημερινή μέρα που γυρνάω από τη δουλειά, όσο δύσκολη ή κουραστική κι αν ήταν, πάντα μα πάντα κοιτώ γύρω μου με δέος. Θα μου πεις γιατί δέος; Είναι που θέλω να μην ξεχνάω πού είμαι και πώς έφτασα εδώ. Εκείνη η ώρα γύρω στις 6 το απόγευμα, ειδικά τώρα που έχει αρχίσει να μεγαλώνει η μέρα, είναι η αγαπημένη μου. Το σούρουπο. «Η ώρα της ημέρας που αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι», έτσι το ορίζει το λεξιλόγιο. Η οπτικοποίηση αυτής της μετάβασης, από το φως στο σκοτάδι, με τα χρώματα που χρησιμοποιεί η φύση για τον σκοπό αυτό πάντα με γοήτευε. Ναι είναι μια τυπική, καθημερινή μέρα που μετά από 8 ώρες δουλειές  θα γυρίσω σπίτι, αλλά από την άλλη δεν είναι κιόλας. Είναι μια τυπική, καθημερινή μέρα στο Λονδίνο. Μετά από 8 ώρες δουλειάς σε μια από τις μεγαλύτερες διαφημιστικές εταιρείες. Θα γυρίσω σπίτι Μας.
Και έτσι όπως κοιτάζω τον ουρανό, σκέφτομαι το Ταξίδι. Ένα ταξίδι που σχεδιάστηκε και οργανώθηκε με πολύ κόπο αλλά και πολλή προσμονή. Με εκνευρισμό αλλά και πολύ ενθουσιασμό. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που είπα στον Βαγγέλη με παράπονο και καημό, όλα εκείνα που με πιέζουν, με κουράζουν, με πληγώνουν, με θυμώνουν, με αγανακτούν στην ελληνική μου καθημερινότητα. Δουλειές με ατελείωτες ώρες και με εξαιρετικά δυσανάλογη οικονομική και κυρίως επαγγελματική αναγνώριση, άνθρωποι με εξουσία που μπερδεύουν τις επαγγελματικές σχέσεις με τις προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες, τρομακτικά αγενείς πολίτες που δε νοιάζονται για την πόλη που ζουν, συγκοινωνίες και κρατικές υπηρεσίες σε μόνιμη υπο-λειτουργία, βρώμικοι δρόμοι με σκουπίδια, παρατημένες ακαθαρσίες σκύλων και πεταμένα φαγητά, έξαλλοι οδηγοί που δεν διστάζουν να δείρουν μια γυναίκα οδηγό κι άλλα πολλά. Ένας λαός σε κρίση, οικονομική αλλά κυρίως κοινωνική, ηθική και ανθρωπιστική. Αυτό το τελευταίο ειδικά καθόλου δεν μπορούσα να το χωνέψω.  Ήθελα να ξέρω ότι προσπάθησα. Ότι πάλεψα όσο μπορούσα για εκείνους τους μεγάλους, άπιαστους στόχους. Κι ας μην κατάφερνα να τους πιάσω τελικά. Πάντα θα υπάρχει χαραγμένος ο Καζαντζάκης στο μυαλό μου. «Μη ρωτάς αν θα νικήσεις ή αν θα νικηθείς. Πολέμα!». Τώρα φαντάσου, αγαπητό ημερολόγιο, έναν άντρα που δεν τα πάει καλά με τις μεγάλες αλλαγές και αποφάσεις, τις διπλό-τσεκάρει (και τριπλό μη σου πω), ορθολογιστή και ρεαλιστή να πρέπει για δεύτερη φορά μέσα σε τρία περίπου χρόνια να πάρει μια απόφαση που θα του αλλάξει τη ζωή. Η πρώτη φορά ήταν όταν κατάλαβε ότι είμαι η γυναίκα της ζωής του, εντελώς αντικειμενικό αυτό, θέλω να με πιστέψεις. Οι επιλογές μας στην Ελλάδα ήταν πολύ συγκεκριμένες και ήξερε ότι δεν μας κάλυπταν. Άλλωστε ούτε οι πρώτοι ήμασταν, ούτε οι τελευταίοι. Και ξεκινήσαμε. Αρχίσαμε να μαζεύουμε λεφτά με θρησκευτική ευλάβεια επί δύο χρόνια. Προερχόμενοι κι οι δύο από μέσες, ελληνικές οικογένειες κι ο,τι αυτό συνεπάγεται (εμένα μάλιστα μονογονεϊκή, αλλά με μία μάνα που βάζει κάτω όλους τους πατεράδες του κόσμου τούτου), τα πράγματα ήταν φυσικά δύσκολα, πόσο μάλλον στην Ελλάδα του 2016-2017. Όμως ήταν αυτοί οι γονείς που θα έκαναν τα πάντα για να βοηθήσουν τα παιδιά τους, ένα μάλλον ελληνικό, γονεϊκό χαρακτηριστικό που είναι μοναδικό. Τα βάλαμε κάτω, δεν μας έβγαιναν. Τότε ήταν που αποφάσισε ο Βαγγέλης να πουλήσει το αυτοκίνητό του. Μετά είχαμε τον αγώνα των βιογραφικών. Δεν έχω ιδέα πόσα βιογραφικά στείλαμε, πόσα φόλοου απς και πόσες αλλαγές στον τρόπο γραφής του βιογραφικού κάναμε για να το διαλέξουν επιτέλους αυτά τα διαβολεμένα σκάνερς των ρικρούτερς. Μετά έπρεπε να αποφασίσουμε πού θα μείνουμε. Να διαλέξουμε πρώτα ένα προσωρινό μέρος για να στήσουμε τη γιάφκα μας κι από κει να οργανωθούμε.
Και πώς θα πάμε; Ε τι πώς θα πάτε μάνα μου, με αεροπλάνο φυσικά. Αμ δε.
Και ο Θράσος; Είχα δηλώσει στον Βαγγέλη μεταξύ σοβαρού και αστείου (ξεκάθαρα σοβαρού μόνο) ότι προτιμώ να πάω χωρίς εκείνον στο Λονδίνο, παρά χωρίς τον Θράσο. Γελούσε και δεν τον πείραζε καθόλου αυτή η δηλωσή μου γιατί συμφωνούσε. Τόσο σημαντικό είναι για μας αυτό το τετράποδο ζιζάνιο, το κινούμενο μπουρέκι. Η Αγγλία, λοιπόν που λες αγαπητό μου ημερολόγιο, απαγορεύει να ταξιδεύουν ζώα μέσα στην καμπίνα του αεροπλάνου, πρέπει όλα να ταξιδεύουν στο λεγόμενο cargo του αεροπλάνου. Ο Θράσος έχει μια ιδιαίτερη (!) φάτσα με αναπνευστικά προβλήματα και απαγορεύεται αυστηρά να ταξιδέψει στο cargo, μάλιστα πολλές αεροπορικές εταιρείες απαγορεύουν αυτές τις ράτσες ακόμα και μέσα στην καμπίνα. Και τώρα; Αγαπητό ημερολόγιο, έμαθα απ’έξω όλες τις ειδικές εταιρείες μεταφοράς σκύλων, όλους τους μεταφορείς με το μικρό τους όνομα και ξεψάχνισα όλους τους εναλλακτικούς τρόπους. Μπήκα σε γκρουπ στο φέισμπουκ, έγραψα σε φόρουμ, μόνο στη Βρετανική κυβέρνηση δεν απευθύνθηκα, σαν την Αστέρω γυρνούσα στους δρόμους και ρωτούσα περαστικούς η δόλια σκυλομάνα. Τελικά, η καλύτερη λύση (εδώ εντοπίζουμε τον θεατρικό όρο «τραγική ειρωνία» όπου  οι πρωταγωνιστές εκλαμβάνουν κάτι ψευδές ως αληθές) ήταν η εξής: να πάμε με αεροπλάνο από την Αθήνα στο Παρίσι μέσω Φρανκφούρτης (όλο αυτό διήρκησε 5 ώρες) γιατί μέσα σ’όλα μόνο η Lufthansa και η Alitalia δέχονταν αυτού του είδους τη ράτσα μέσα στην καμπίνα, από το Παρίσι να οδηγήσουμε με νοικιασμένο αυτοκίνητο μέχρι το Calais, όπου από κει θα περνούσαμε μέσω του Eurotunnel στο Folkestone της Αγγλίας, από το Folkestone θα οδηγούσαμε μέχρι το Dover όπου θα διανυκτερεύαμε για ένα βράδυ γιατί την επόμενη ο Βαγγέλης θα έπρεπε να πάρει το φέρι το μποτ να περάσει ξανά στο Calais για να παραδώσει το νοικιασμένο αυτοκίνητο γιατί δεν μπορούσαμε να το παραδώσουμε σε άλλη χώρα από αυτή που το παραλάβαμε κι αν μπορούσαμε έπρεπε να δώσουμε από ένα νεφρό ο καθένας (συμπεριλαμβανομένου και του Θράσου) για να το αντέξει η τσέπη μας, και τέλος θα επέστρεφε στο Dover, θα μας παραλάμβανε με ταξί από το ξενοδοχείο, το οποίο θα μας πήγαινε στον σταθμό του τρένου για να πάρουμε το τρένο για το Λονδίνο. Κουράστηκες που το διάβασες, ε;  Όταν το περιέγραψα πρώτη φορά στον Βαγγέλη, του έβαλα στο τέλος και τον Λάζαρο από το «Είσαι το ταίρι μου» μπας και σκάσει το χειλάκι του γιατί με κοιτούσε αποσβολωμένος (παραθέτω σχετικά https://www.youtube.com/watch?v=Tt-lrJ5uQTg ). Και κάπου εδώ να προσθέσουμε την βροχή στην εξίσωση. Φυσικά και θα έβρεχε στην Αγγλία ενώ προσπαθούσαμε να φτάσουμε ζωντανοί στο ξενοδοχείο βραδιάτικο οδηγώντας από την ανάποδη μεριά αλλά φυσικά και θα έβρεχε και την επομένη που έπρεπε να φτάσουμε στον σταθμό και να μπούμε στο τρένο ενώ προσπαθούσαμε να μεταφέρουμε τους εαυτούς μας, έναν σκύλο και δύο βαλίτσες με την πραμάτια μας, τον οποίο σκύλο έπρεπε να κρατάμε αγκαλιά κάθε που βρίσκαμε κυλιόμενες σκάλες, κανονισμοί βλέπεις. Η αγάπη όλα τα υπομένει, η αγάπη όλα τα ελπίζει, αγαπητό ημερολόγιο. Ελπίζω να είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του ο κυρ Κώστας όταν το τραγουδούσε.

Κι έτσι φτάσαμε στο Λονδίνο.

Σχόλια;