Ημέρα 135η.

Φοβάμαι ότι έχουμε πλέον εθιστεί. Δεν είναι λογικό αυτό που μας συμβαίνει. Είμαστε εθισμένοι στο σνιφάρισμα. Σνιφάρισμα φρέσκιας ντομάτας, λεμονιού και αγγουριού. Αυτά είναι τ’αγαπημένα μας γι’αρχή. Όχι δεν μας πείραξε το κρύο του Νησιού. Δώκε μου λίγο χρόνο να ξηγηθώ. Εμείς που λες αγαπητό ημερολόγιο, μέχρι πρότινος όλα μας τα γκρόσερις (σούπερ μάρκετ στα..ελληνικά!;) τα κάναμε από τη μεγάλη αλυσίδα που ακούει στο όνομα Τέσκο (κάτι σαν τον Σκλαβενίτη ένα πράγμα), αλλά να είχαμε έναν καημό. Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν κάπως λίγο..πλαστικά να το πω; Ψεύτικα να το πω; Ίδια με τα πλαστικά λαχανοφρουτάκια του ανηψιού μου να το πω; Κι άντε δεν είχαν μυρωδιά, αλλά να μην έχουν κι έστω μια υποτυπώδη γεύση; Ε βαρύ ρε συ αγαπητό ημερολόγιο, βαρύ. Όποιος έχει την ίδια ερωτικη σχέση που έχουμε εμείς με το φαγητό και του αρέσει το μαγείρεμα, ξέρει ότι η πρώτη ύλη διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα σημαίνοντα ρόλο στην παρασκευή και του πιο απλού φαγητού. Κάνε με εικόνα στο Τέσκο να γυρνώ μια δική μου εκδοχή της γνωστής σκηνής του «Μια βραδιά στο Notting Hill», λέγοντας “I’m just a girl, standing in front of a tomato, asking it to smell like one” μπροστά από το καφάσι με τις ντομάτες.  Φυσάγαμε, ξεφυσάγαμε, κοροϊδεύαμε ότι γίναμε σαν εκείνους τους γραφικούς του φέισμπουκ που γράφουν αυτά τα πατριωτικά, όληδόξακιόληχάρη πόστ με καπς λοκ γιατί όντως φωνάζουν στην οθόνη κάθε φορά που τα γράφουν, “ΕΛΛΑΔΑΠΑΝΤΟΥΡΕ”, “ΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥΘΕΝΑ” και τα λοιπά. Φοβόμασταν για τα χειρότερα, μη μπα κι αρχίσουμε και συχνάζουμε στην Elysee (ένα πολύ γνωστό ελληνικό μπαρ-ρέστοραν-κλαμπ-μπουζούκια εδώ στη Λόντρα, γνήσια ελληνική νοοτροπία «τα κάνω όλα και συμφέρω»), σπάμε πιάτα (ισχύει, δεν το λέω για χάρη του λόγου) και ακούμε Βέρτη στις 8 το πρωί. Τα ύστερα του κόσμου. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά πώς θα το έλεγα στον αδερφό μου που είχε ήδη περάσει το σοκ της εφηβικής μου επανάστασης, ακούγοντας Σφακιανάκη. Αγαπητό ημερολόγιο, εντελώς αντικειμένικα κι εντελώς μεταξύ μας, η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα έχουμε μια παραπάνω ευκολία να βρούμε ποιοτικά λαχανικά κα φρούτα, ακόμα και σε σούπερ μάρκετ. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και με τις περισσότερες μεσογειακές χώρες. Αντίστοιχα, στην Αγγλία μπορείς να βρεις οστρακοειδή, μπακαλιάρο, σολωμό εξαιρετικής ποιότητας. Ο καθείς στο είδος του και ο Λουμίδης στους καφέδες και ποια είμαι εγώ να διαφωνήσω με τους αδελφούς Λουμίδη.  Ώσπου μια μέρα αποφασίσαμε να επισκεφθούμε ένα μικρό λόκαλ μάρκετ, μια αγορά της γειτονιάς, γιατί κάθε φορά που περνούσαμε απ’έξω γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Αγαπητό ημερολόγιο. Καταιγίδα. Στο μυαλό μας ξέσπασε μόλις το είδαμε. Τι μυρωδιές, τι ποικιλία, τι να σου λέω. Κρατούσε ο Βαγγέλης σαστισμένος το καλάθι, είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Αρχίσαμε να τραγουδάμε του αγγουριού απέναντι πείτε του πως το θέλω, χαχανίζοντας. Βάζε, κυρ Στέφανε, του λέω, 1 κιλό κιμά και 1 κιλό ντομάτες, πιπεριές και λεμόνια, πολλά λεμόνια κυρ Στέφανε. Προχωρήσαμε πιο μέσα στο μαγαζί, ν’ ανακαλύψουμε κι άλλες νοστιμιές. Καθώς στρίψαμε στον τρίτο διάδρομο δεξιά μ’ένα καλάθι γεμάτο ζαρζαβατικά, πέσαμε πάνω τους. Δεν πιστεύαμε τι έβλεπαν τα 8 μας μάτια, αγαπητό ημερολόγιο. Ένα βαρέλι φέτα χύμα και δίπλα του ένα βαρέλι με Kalamata Olives. ΒΑΓΓΕΛΗ ΛΕΕΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΟΛΙΒΖ, του λέω, θα τρελαθώ.  Κάπου εδώ να σημειώσω, ότι έχω μία (;) ιδιαιτερότητα εκ γενετής, λατρεύω τις ελιές, μπορώ ν’ανοίξω το βάζο και να τις φάω σαν ποπ κορν. Να μη στα πολυλογώ, σηκώσαμε το μαγαζί και το καλύτερο ήταν ότι δεν δώσαμε μια περιουσία. Γυρίσαμε φορτωμένοι με 10 σακούλες ο καθένας, τα απλώσαμε όλα στην κουζίνα, σνιφάραμε τις ντομάτες εκστασιασμένοι και φωνάζαμε ο ένας στον άλλον πόσο υπέροχα είναι όλα, καταλήγοντας να τρώμε όρθιοι πάνω από τον πάγκο της κουζίνας φέτα με φρέσκο ψωμί και ελιές Καλαμών. Φτιάξαμε μια περιποιημένη, σωστή  χωριάτικη και μοσχοβόλησε η κουζίνα (και κάπου εκεί συνειδητοποιήσαμε γιατί οι τουρίστες τσακίζουν τις χωριάτικες το καλοκαίρι στην Ελλάδα). Έκτοτε αυτή η τοπική αγορά, που λέγεται Al-Dimashqi (εικάζουμε ότι οι ιδιοκτήτες είναι από τη Συρία), έχει γίνει δε πλέις του μπι, έχει κλέψει τις καρδιές μας  κι αναφερόμαστε σε αυτή με το μικρό της όνομα, όταν λέμε «αγορά» ξέρουμε ότι εννοούμε την Αγορά. Είναι η Λονδρέζικη λαϊκή μας. Τώρα, αγαπητό ημερολόγιο, αν μου πεις ότι υπερβάλλω, θα σου πω ότι είτε δεν ξέρεις να τρως είτε δεν ξέρεις να μαγειρεύεις, ή και τα δύο. Άλλη περίπτωση δεν υπάρχει. Απλά και δημοκρατικά.

Σχόλια;