Ημέρα 191η.

Άκου τι θυμήθηκα τις προάλλες (μην ρωτήσεις πώς έφτασε ο συλλογισμός μου εκεί, πολλές φορές νιώθω ότι ο εγκέφαλός μου είναι πολλαπλά, ανοιχτά tabs σε browser). Πριν έναν χρόνο περίπου βρέθηκα για δεύτερη φορά άνεργη στην Ελλάδα-πολύ τυχερή νιώθω γι’αυτό γενικά, τα χρονικά διαστήματα ανεργίας μου ήταν λίγα και σύντομα-κι εννοείται είχα επιδοθεί σε ανελέητη αποστολή βιογραφικών. Στην πραγματικότητα δούλευα κανονικό 8ωρο, ξυπνούσα το πρωί νωρίς συγκεκριμένη ώρα, έτρωγα το πρωινό μου και μετά “δούλευα” ψάχνοντας αγγελίες και στέλνοντας βιογραφικά μέχρι το απόγευμα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου έτυχαν ιδιαίτερα τραγελαφικές περιπτώσεις, όμως μία έκανε πραγματικά την διαφορά. Για πολλούς λόγους. Μία από τις συνεντεύξεις, λοιπόν, ήταν σε μία εταιρεία εύρεσης εργασίας, από αυτές που υπάρχουν με το τσουβάλι πια. Κάνω την πρώτη συνέντευξη με ένα παλικάρι κοντά στην ηλικία μου που μάλιστα είχε προϋπηρεσία στη μαμά-εταιρεία της δικής μου προηγούμενης δουλειάς. Για να σε βάλω λίγο στο κλίμα, περίπου τρεις μήνες πριν είχα αποφασίσει να αποχωρήσω από την εταιρεία που εργαζόμουν έπειτα από δύο εξαιρετικά πολύτιμα αλλά κι εξαιρετικά δύσκολα χρόνια. Ο λόγος παραίτησής μου λίγο είχε να κάνει με τις πολλές ώρες δουλειάς, παρά ήταν κυρίως αποτέλεσμα μιας πολύ καλά σκηθονετημένης αποκαθήλωσής μου. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, αγαπητό μου ημερολόγιο. Το παλικάρι, λοιπόν, που πολύ φιλικό κι ευδιάθετο ήταν, έκανε μεταξύ άλλων και σχόλιο σχετικά με τα ωράρια της «μαμάς» εταιρείας γελώντας, στο οποίο χαμογέλασα συγκαταβατικά, δεν διαφώνησα αλλά συμπλήρωσα ότι σημασία έχει από κάθε δουλειά να κρατάς τα θετικά και να μαθαίνεις ν’αντιμετωπίζεις τις όποιες δυσκολίες. Τώρα εσύ θα μου πεις, σωραία έδειξες επαγγελματισμό αλλά εγώ θα σου πω ότι βασικά απάντησα έτσι γιατί ΚΑΙ οι τοίχοι έχουν αυτιά, η πρόσφατη εμπειρία μου είχε μάθει να μην εμπιστεύομαι εύκολα τα φιλικά χαμόγελα στον χώρο εργασίας και το Λύκειο ότι αυτά που λες ΠΟΤΕ δεν θα μεταφερθούν όπως τα είπες. Εμπειρία αποκτηθείσα εν τω στρατεύματι και τα σχετικά. Τα είπαμε ώραια, που λες αγαπητό ημερολόγιο, κάναμε τις χειραψίες μας και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.  Με καλούν σε δεύτερη συνέντευξη στην οποία θα παρευρισκόταν και μία ακόμη συνεργάτης του, τότε δεν κατάλαβα γιατί. Πάω στη δεύτερη συνέντευξη, κάνουμε τις απαραίτητες συστάσεις και μπαίνουμε στο ψητό. Η εξωπραγματικά ακριβής μου διαίσθηση χτυπούσε καμπανάκι ότι κάτι, κάπως δεν πάει καλά στο κλίμα. Μια ωραία ατμόσφαιρα ήμασταν, ακριβώς όπως το εννούσε ο Ντίνος όταν είπε εκείνη τη διαχρονική ατάκα. Κάτι δεν μου πήγαινε καλά με την κυρία που μας έκανε παρέα στη δεύτερη συνέντευξη, κάπως λίγο ψυχρή, κάπως λίγο ξινή, κάπως λίγο επιθετική χωρίς (προφανή) λόγο; Τέλοσπαντων, ιδέα μου θα είναι, σκέφτηκα. Άλλωστε είναι και συνήθης τακτική να υπάρχει ένας κακός και ένας καλός μπάτσος. Αλλά όπως πάντα, η διαίσθηση δεν πέφτει ΠΟΤΕ έξω, αγαπητό ημερολόγιο. Δεν είχα προλάβει να κάτσω καλά-καλά, η κυρία άρχισε να με ρωτάει πώς αντιμετωπίζω τις διαφωνίες μου στη δουλειά, αν τις παίρνω προσωπικά, αν και πόσο εκνευρίζομαι και πώς το διαχειρίζομαι στον χώρο εργασίας και γενικά ο,τι είχε σχέση με εκνευρισμό, διαφωνίες κι εμμέσως πλην σαφώς ενδεχόμενες αντιπάθειες. Σε όλα αυτά απάντησα απλώς την αλήθεια. Φυσικά και εκνευρίζομαι όπως όλοι οι άνθρωποι, φυσικά κι έχω διαφωνήσει όπως όλοι οι άνθρωποι, φυσικά και με κάποιους συνεργάτες έχω καλύτερη χημεία απ’ότι με άλλους όπως όλοι οι άνθρωποι. Όμως. Τίποτα απ’όλα αυτά δεν επιτρέπω να με εμποδίζει να κάνω όσο καλύτερα μπορώ τη δουλειά μου. Θεωρώ εντελώς απαράδεκτο κι άτοπο να εμποδίζω τη δουλειά συναδέλφου αλλά και τη δική μου, επειδή απλά δεν θα έκανα παρέα μαζί του εκτός γραφείου. Προχωράμε στο επόμενο στάδιο στο οποίο με βάζει να της εξηγήσω τις αρμοδιότητές μου στην προηγούμενη μου δουλειά. Στ’αγγλικά. Ναι. Να σημειώσω κάπου εδώ ότι η θέση εργασίας δεν ήταν σε καμιά πρόκτερ εντ γκάμπλ, ήταν σε μία μικρή, ελληνική εταιρεία το πολύ 20 ατόμων. Εννοείται δυσκολεύτηκα, μιας και είχα να μιλήσω αγγλικά περίπου 3 χρόνια και δεν μου είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο σε καμία πρότερη συνέντευξη, ακόμα και σε συνεντεύξεις με πολύ σοβαρότερες εταιρείες. Εν πάσει περιπτώσει, απάντησα. Μετά γύρισε πίσω στην εκπαίδευσή μου αλλά όχι για να με ρωτήσει τι μου προσέφερε η εμπειρία ενός μεταπτυχιακού στο εξωτερικό όπως συνήθως και εύλογα με ρωτούσαν.  Έκανε ένα, μάλλον, δηκτικό σχόλιο για το γεγονός ότι τελείωσα τη σχολή μου στα 5 χρόνια και όχι στα 4. Από όλο το βιογραφικό μου, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και το γεγονός ότι δούλευα από τη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην Ελλάδα και μάλιστα για αρκετούς μήνες αμισθί,η κυρία σχολίασε το γεγονός ότι τελείωσα στα 5 χρόνια τη σχολή μου. Η απάντησή μου, εντελώς χαλαρή και βασικά ειλικρινής, ήταν ότι το εγχειρίδιο της σχολής προτείνει 4 με 5 χρόνια ως τον προβλεπόμενο χρόνο ολοκλήρωσής της, συνεπώς τελείωσα στην ώρα μου. Για τα επόμενα δέκα λεπτά, συνέχισε να επιμένει ότι καθυστέρησα, εγώ συνέχισα με χαμογέλο να της απαντώ ότι δεν θεωρώ πως καθυστέρησα, έπειτα σχολίασε ότι μάλλον δεν μπορώ να κρύψω τα συναισθήματά μου στον χώρο εργασίας γιατί φαίνομαι συγχισμένη από τα λεγομένά της κι εγώ, αγαπητό μου ημερολόγιο, ειλικρινά και πάλι χαμογελαστά της απάντησα ότι δεν είμαι συγχισμένη απλώς συνεχίζω να της απαντώ με τον ίδιο τρόπο που της απάντησα και την πρώτη φορά. Κι αν μέχρι τώρα έχεις συγχιστεί εσύ από αυτά που διαβάζεις, σου άφησα το καλύτερο για το τέλος. Η συνέντευξη έκλεισε με την εξής επική ερώτηση: «Πώς θα με πείσετε ότι είστε η κατάλληλη γι’αυτή τη θέση για την οποία χρειάζεται ν’αφιερώσετε τη ζωή σας, να δουλεύετε πολλές ώρες καθημερινά αλλά και σαββατοκύριακα και αργίες ίσως;». Πολύ αυθόρμητα μου ξέφυγε ένα γέλιο το οποίο κατάληξε στην απάντηση: «το θέμα είναι εσείς πώς θα με πείσετε. Γιατί εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να σας πείσω μιας και δεν υπάρχει περίπτωση να δεχθώ κάτι τέτοιο». Με ευχαρίστησε, σηκώθηκε από τη θέση της φανερά εξοργισμένη, σηκώθηκα κι εγώ και πάνω που νόμιζε ότι την είχα εκνευρίσει αρκετά με την ευστροφία και την ηρεμία μου, της δίνω το χέρι μου για χειραψία και της λέω με χαμόγελο «Ευχαριστώ πολύ. Μάλλον ούτε εσείς κρύβετε εύκολα τα συναισθήματά σας στον χώρο εργασίας, ε; Καλή συνέχεια». ΜΠΟΥΜ. Ιν γιορ φέις. Θα έκανα και ένα μικρό, χορευτικό δρώμενο αλλά δεν ήθελα να τσαλακώσω το πάρα πολύ επαγγελματικά σεταρισμένο σακάκι μου. Τώρα μη μου πεις ότι πιστεύεις πως ήταν εντελώς συμπτωματικό όλο αυτό. Γιατί κι εγώ, που μόνο άνθρωπος των σημείων και των καιρών δεν είμαι, κάπως λίγο κουλό το βρήκα. Και πίστεψέ με, αγαπητό μου ημερολόγιο, δυσκολεύτηκα πολύ να δεχθώ ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ένας άνθρωπος να ξόδεψε ενέργεια για να προσπαθήσει να χαντακώσει έναν άλλον άνθρωπο που απλά παραιτήθηκε; Τι να πω. Άβυσσος η ψυχή της γυναίκας, οφείλω να το παραδεχθώ αυτό. Το ηθικό δίδαγμα, όμως, είναι άλλο. Και βρίσκεται στο πού είμαι τώρα. Τι σημαίνει αυτό; Χέιτερς γκόνα χέιτ αλλά μην τους αφήσεις να σε εμποδίσουν ρε μάνα μου. Μια χιλιοειπωμένη μεν, αλλά πολύ σωστή δε εγγλέζικη φράση, λέει “I’m too busy working on my own grass to notice if yours is greener”.

Σχόλια;