Ημέρα 305η.

Σαν σήμερα πριν 10 χρόνια (Χριστέ μου γέρασα) “έφυγε” ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος σε όλο τον γαλαξία, ο παππούς Αποστόλης. Θυμάμαι λεπτό προς λεπτό εκείνη την τραυματική μέρα. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ κι όλες εκείνες τις υπέροχες στιγμές που μου χάρισε ο παππούς μου. Δυστυχώς είχα την ατυχία στη σύντομη ζωή μου να βρεθώ αντιμέτωπη και με πιο τραγικές απώλειες, που δεν τις χωρά ο νους σου και που βασικά δεν θες να τις χωρέσει. Όμως, η αλήθεια είναι ότι όταν χάνεις έναν αγαπημένο σου άνθρωπο, όσο χρονών κι αν είναι, η θλίψη είναι τεράστια, απλά αν “φύγει” σε μία φυσιολογική ηλικία, τουλάχιστον δεν συνοδεύεται από απόγνωση. Και σα να μη φτάνει το γεγονός της απώλειας αυτό καθαυτό, έχουμε κι αυτή την τραυματική διαδικασία ταφής και πένθους σαν λαός. Η ειρωνεία, δε, της υπόθεσης είναι ότι στην πλειοψηφία μας, είμαστε λαός που δεν μιλά για τον θάνατο, είναι σχεδόν ταμπού. Είμαι σίγουρη ότι όλοι έχουμε από μία ιστορία να διηγηθούμε που “ο θείος είναι στο νοσοκομείο, καλύτερα να μην τον δει τώρα το παιδί”, “άσε θα τους το πούμε αργότερα”, “καλύτερα να μην έρθει στην κηδεία η μικρή/ο μικρός” και “ο παππούς δεν είναι πολύ καλά” ενώ έχει ήδη πεθάνει, όπως συνέβη στη δική μου περίπτωση. Φυσικά, δεν μπορώ να νιώσω την αγωνία του γονιού που προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί του γιατί δεν είμαι γονιός, αλλά αυτό ακριβώς είναι που βασικά δυσκολεύει τη ζωή μας μεγαλώνοντας. Δεν πειράζει να στεναχωρηθούμε, δεν πειράζει να κλάψουμε. Αργά ή γρήγορα, και τα δύο θα συμβούν. Καλύτερα να μάθεις κάτι τέτοιο έχοντας δίπλα σου έναν δικό σου άνθρωπο, παρά να είσαι μόνος στον δρόμο μες τη νύχτα και να σωριαστείς στο πεζοδρόμιο. Τελοσπάντων, οι απόψεις είναι πολλές κι όλες σεβαστές κατά τη γνώμη μου. Θεωρώ ότι μετά τους γονείς (ή και πριν σε κάποιες περιπτώσεις), οι παππούδες και οι γιαγιάδες είναι ο,τι πιο πολύτιμο κι ευτυχισμένο μπορεί να υπάρξει στη ζωή ενός παιδιού. Δεν θυμάμαι πώς έγινε, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν αχώριστη με τον παππού μου. Ο παππούς ήταν από την Πόλη, δεν ήθελε να μιλάει πολύ για εκείνη την εποχή και τι έγινε τότε, άνθρωπος του δημοτικού αλλά είχε λύσει ο,τι σταυρόλεξο είχε υπάρξει στο λεκανοπέδιο Αττικής, ήταν καλαμπουρτζής και είχε ενέργεια πιτσιρικά. Στην πραγματικότητα βέβαια, όπως συμβαίνει συνήθως με αυτούς τους ανθρώπους, πρέπει να ήταν και βαθιά θλιμμένος (όχι άδικα, αφού είχε χάσει τον γιο του). Τον θυμάμαι τα απογεύματα μετά τον μεσημεριανό ύπνο που έφτιαχνε έναν μονό ελληνικό, έπαιρνε την κούπα, το τσιγάρο και ένα σκαμπό και καθόταν στο πίσω μπαλκονάκι που έβλεπε στον ακάλυπτο. Ήταν η μοναδική στιγμή της μέρας μας που καθόμασταν μαζί σιωπηλοί. Κατά τ’άλλα, φυσικά δεν μου χαλούσε ποτέ χατήρι, μιλούσαμε σαν συνομήλικοι κολλητοί, παίζαμε και κάναμε συνέχεια πλάκες, πηγαίναμε στις κούνιες για κανένα δεκάλεπτο όμως γιατί μετά την κοπανούσαμε και πηγαίναμε στο πιο επικό σουβλατζίδικο της Καλλίπολης που είχε κόκκινα τούβλα, τζούκ μποξ και ξύλινους ψηλούς πάγκους με ξύλινα σκαμπό. Τρώγαμε σουβλάκι και πίναμε μπίρα, το αγαπημένο μου. Καλά μην φανταστείς, γουλιές έκλεβα. Τώρα εσύ, εύλογα,θα κάνεις τον δικηγόρο του διαβόλου και θα πεις καλά πόσο χρόνων ήσουν κι έπινες μπίρα;! Και;; Τι έγινε;; Έπαθα τίποτα;; Απλά δημιούργησα μια από τις πιο αγαπημένες μου αναμνήσεις. Ο παππούς μου έμαθε επίσης να φτιάχνω την καλύτερη (για μένα) σάλτσα με κιμά, πικάντικη και με μπόλικη κόκκινη σάλτσα, να προσέχω τα αγόρια και να έχω τα μάτια μου 14 αν τυχόν περπατώ μόνη μου τη νύχτα (είχε καημό να μάθω πολεμικές τέχνες), αλληλογραφούσαμε τα καλοκαίρια όταν ήμουν στα Κύθηρα, με φώναζε Μπριζίτ Μπαρντό και όταν δεν ήμασταν στις κούνιες-σουβλατζίδικο, βλέπαμε Εκατομμυριούχο και φωνάζαμε τις απαντήσεις στην τηλεόραση. Εγώ στα θεία δεν πιστεύω, αγαπητό ημερολόγιο, ούτε στου παραδείσου τα μπουζούκια. Πιο πολύ τείνω στη θεωρία ότι στον «παράδεισο» βλέπεις ξανά κι ξανά όλες τις ευτυχισμενες στιγμές της ζωής σου και στην «κόλαση» βλέπεις όλες εκείνες τις στιγμές που θες να ξεχάσεις ότι υπήρξαν. Κι είμαι σίγουρη ότι εκείνος βλέπει τις βόλτες μας και τα χαχανητά μας. Ο παππούς έφυγε ξαφνικά και γρήγορα. Ακριβώς όπως ήθελε εκείνος. Όμως εγώ ήθελα λίγο χρόνο ακόμα μαζί του ως ενήλικη πια.
Αλλά να μου πεις και ποιος δεν θέλει λίγο ακόμα χρόνο;
Υ.Γ. Μαρία σ’ευχαριστώ που δεν έχεις φύγει ποτέ από δίπλα μου. Και σ’ευχαριστώ που ήσουν εκεί κι εκείνο το βράδυ.

Σχόλια;