Ημέρα 391η.

Αυτή τη βδομάδα ο Βαγγέλης κι εγώ είχαμε τη χαρά να γευτούμε μετά από καιρό την υπέροχη, ελληνική εξυπηρέτηση. Ο Βαγγέλης χρειάστηκε να μιλήσει με τη Wind (μόνο άσχημα μπορεί να καταλήξει αυτό) κι εγώ έτυχε να μιλήσω με γραμματεία ενός ελληνικού υπουργείου. Σ’αυτό το σημείο, φαντάζομαι ότι αναβοσβήνει στο μυαλό σου μια τεράστια neon επιγραφή με τη λέξη “ΩΧ”. Θα ξεκινήσω με το τηλεφώνημα που χρειάστηκε να κάνει ο Βαγγέλης στη Wind.
Μετά από τόσο καιρό χωρίς μονάδες, ο ελληνικός του αριθμός είχε κλειδωθεί κι αποφάσισε να καλέσει στην εξυπηρέτηση πελατών να λύσει το πρόβλημα. Τουλάχιστον, έτσι πίστευε. Εξήγησε στην υπάλληλο την περίπτωση, ότι βρίσκεται στο εξωτερικό και τα σχετικά, για να πάρει την αποστομωτική απάντηση ότι για να ξεκλειδωθεί, λέει, ο αριθμός του πρέπει να πάει στην Ελλάδα και να κάνει μια εξερχόμενη κλήση από εκεί. Ναι, αγαπητό ημερολόγιο. Το δίκτυο νιώθει χόμσικ στην τοποθεσία Λονδίνο. Θέλει να μυρίσει τσιγάρο και φρέντου για να λειτουργήσει. Δηλαδή, για παράδειγμα, ο Βαγγέλης κι ο κάθε Βαγγέλης που σε μια στιγμή γνήσιας αδυναμίας δέχτηκε να έχει Wind (ούτε οι υπάλληλοι της Wind δεν πρέπει να έχουν Wind), αν δεν μπορεί να πάει ο άνθρωπος στην Ελλάδα για κάποιο, ίσως, μεγάλο χρονικό διάστημα, σημαίνει ότι αχρηστεύεται ο αριθμός του. Ο συνδρομητής που καλέσατε μετακόμισε στο εξωτερικό κι η Wind του κρατάει μούτρα.

Κι ερχόμαστε στο δικό μου εξίσου υπέροχο, κάπως αστείο κι αρκετά εκνευριστικό περιστατικό. Το ελληνικό δημόσιο έχει μία (σε πολλες περιπτώσεις είναι και η μοναδική) μαγική ικανότητα. Μπορεί να σε βγάλει από τα ρούχα σου. Ακόμα κι από 3.189χλμ μακριά. Προψέ αμφότερα τ’αδέρφια ψάχναμε τη μανούλα. Μανούλα χάθηκε, στοπ. Γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα. Αμ δεν μπορούσε γιατί έχασε τον φορτιστή της και κατ’επέκταση ξέμεινε από μπαταρία. Με ενημέρωσε γι’αυτό το βράδυ καθώς και για το ότι την επόμενη μέρα το πρωί θα πήγαινε ν’αγοράσει καινούργιο. Καλά; Καλά. Όμως, περνούσαν οι ώρες και μανούλα πουθενά. Άρχισα ν’ανησυχώ κι εγώ η δόλια κόρη που η ξενιτιά με χαίρεται. Βρίσκω τα στοιχεία επικοινωνίας του υπουργείου και λέω ας προσπαθήσω. Ξέρεις πώς απαντάνε σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες. Ξέεερεις. Αυτό το αρπαγμένο “ΝΑΙ”, το γεμάτο από ΟΛΗ την αγανάκτηση τούτου του κόσμου, συσσωρευμένη καταπίεση και μια εσάνς “τι θες κι εσύ μωρέ πια”. Είπα ήρεμα κι ευγενέστατα καλημέρα και ρωτάω αν ξέρει πού μπορώ να βρω τον τάδε υπάλληλο, αν έχει κάποιο εσωτερικό ή κάποιο άλλο τηλέφωνο που μπορώ να απευθυνθώ. Φυσικά, η απάντηση ήρθε εξίσου αγανακτησμένη με τέτοιο ξεφύσημα που κι ο Θράσος θα ζήλευε κι ένα άταρο “Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν μπορώ να σας βοηθήσω” και πριν προλάβω να μιλήσω, τουτ τουτ τουτ. Μου έκλεισε το τηλέφωνο. Ξανά κοιτάω τα στοιχεία επικοινωνίας στο website του υπουργείου, δεν υπήρχε κανένας άλλος αριθμός. Κι επειδή όπως σου έχω ξανά πει, η μανούλα δεν μεγάλωσε χαλβά, λέω δεν θα σου περάσει. Θα σου καθυστερήσω κι άλλο την πασιέντζα. Ξανά παίρνω, λέω “συγγνώμη αλλά μόνο αυτόν τον αριθμό έχετε σαν τηλέφωνο επικοινωνίας, δεν έχετε κάποιον άλλον άριθμο να με παραπέμψετε που μπορούν ίσως να με βοηθήσουν;”.  Κι αρχίζει να ωρύεται, αγαπητό μου ημερολόγιο. “Μα σας είπα δεν ξέρω, έχει αλλάξει ο αριθμός, εδώ είναι πρωτόκολλο”, φωνάζοντας . Συνέχισα να της μιλάω ήρεμα κι ευγενικά: “αρχικά δεν υπάρχει λόγος να φωνάζετε και να μιλάτε έτσι, προσπαθώ να βρω έναν άνθρωπο που δουλεύει σε αυτό το υπουργείο κι υπάρχει μόνο ένα τηλέφωνο επικοινωνίας” για να πάρω την απάντηση “Μα εσείς τι τρόπος είναι αυτός να με πιέζετε”. Το πίεσα το κορίτσι. Επειδή της ζήτησα να κάνει τη δουλειά της. “Δηλαδή, εσείς δεν έχετε ούτε ένα τηλέφωνο που θα μπορούσα να απευθυνθώ;”, την ρώτησα (η επιμονή μου είχε λόγο, γιατί για κακή της τύχη είχα δουλέψει σε παρόμοια υπηρεσία στο παρελθόν κι ήξερα πολύ καλά ότι για την ακρίβεια είχε κατάλογο τηλεφώνων μπροστά της). “Πάρτε στο […] είναι οι σεκιούριτι στην είσοδο, μπορεί να ξέρουν”. Της απαντώ, λοιπόν, “συνεπώς και μπορούσατε να βοηθήσετε και μιλήσατε με άσχημο τρόπο χωρίς λόγο και τα δύο τηλεφωνήματα των 10 λεπτών, θα μπορούσαν να είναι ένα των μόλις 2. Ευχαριστώ πολύ”.
Αχ, Ελλάδα σ’αγαπώ και βαθιά σ’ευχαριστώ γιατί μ’έμαθες. Και ξέρω.

Σχόλια;