Ημέρα 437η.

Έχει μείνει μόλις μία μέρα για να τελειώσει αυτός ο χρόνος. Ανάμεσα σε διάφορες σκέψεις για τη χρονιά που πέρασε αλλά και για την καινούργια που έρχεται, τριγυρνά στο μυαλό μου ένα περιστατικό που συνέβη ενώ ήμουν στην Ελλάδα στις αρχές του μήνα. Χρειάστηκε να επισκεφθώ γυναικολόγο για ένα από τα πλέον συνηθισμένα προβλήματα που ταλαιπωρούν πάρα πολλές γυναίκες, τις πολυκυστικές. Εξαιρετικά σύνηθες, άλλες φορές οφείλεται σε κληρονομικότητα, άλλες σε αλλαγή του τρόπου ζωής/περιβάλλοντος κλπ. Ο γυναικολόγος, ένας κύριος γύρω στα 60 κάτι, με πολλά χρόνια εμπειρίας κι έχοντας ξεγεννήσει τη μισή Αθήνα, στην ερώτηση μου γιατί εμφανίστηκε αυτό το θέμα ξαφνικά τώρα, μου απάντησε ότι “εε εντάξει συμβαίνει, μετά το πρώτο παιδί θα είσαι μια χαρά”. Γέλασα και ρώτησα αστειευόμενη “δηλαδή αν δεν κάνω παιδί, θα έχω πάντα πολυκυστικές κύριε Τάδε μου;” για να πάρω την απάντηση σε πολύ σοβαρό και δασκαλίστικο (το αγαπημένο μου #ΟΧΙ) τόνο “μα γιατί να μην κάνεις παιδί; Φυσικά και θα κάνεις”. Ε, λέω, εντάξει συμβαίνουν κι αυτά στη ζωή γενικά. “Ένα παιδί τουλάχιστον πρέπει να το κάνεις οπωσδήποτε, τη μαμά σου δεν τη σκέφτεσαι; Άλλωστε τι άλλο θα κάνεις στη ζωή σου; Είσαι εγωίστρια.”. Και κάπου εκεί μπήκαμε στη ζώνη του λυκόφωτος. Από την πόρτα σου περνώ και τηγανίζεις ψάρια, πέτα μου έναν κεφτέ, ευχαριστώ δεν καπνίζω. “Ευχαριστώ, είμαι”, απάντησα με χαμόγελο γιατί τι να πεις και τι να συζητήσεις. Αυτή ήταν η επιστημονική απάντηση ενός γιατρού, που εννοείται παίρνει 50αρι την επίσκεψη, που εντάξει όσο άνετα και να αισθάνεσαι με τον γυναικολόγο σου, είναι εκ προοιμίου μία ιδιαίτερη επίσκεψη πάντα, πόσο μάλλον αν αντιμετωπίζεις και κάποια ανωμαλία που σε ταλαιπωρεί στην καθημερινότητά σου. Έχεις τα θέματά σου, έχεις και τον ιεροκήρυκα. Δηλαδή κάποιος κάνει παιδιά απλά για να ευχαριστήσει τους γονείς του; Παίρνει αυτή την πιο σημαντική και σοβαρή απόφαση της ζωής του (κατ’εμέ) γιατί “έτσι πρέπει”; Γιατί αλλιώς οι γονείς του θα στεναχωρηθούν; Κι αν δεν κάνει παιδιά είναι εγωιστής; Και δεν είναι ας πούμε, λέω εγώ τώρα, ώριμος πχ; Που αναγνωρίζει με ψυχραιμία και σύνεση ότι μάλλον δεν έχει τη στόφα του γονιού εν πάσει περιπτώσει και δεν αρχίζει ν’αραδιάζει παιδιά χωρίς ν’αντιλαμβάνεται ότι από δω και πέρα στη ζωή του είναι ΠΡΩΤΑ γονιός και μετά όλα τ’άλλα; Είναι αυτό εγωιστικό κι όχι να ζητάνε εγγόνια οι γονείς επανειλλημμένα γιατί τ’ άλλα παιδάκια στο σχολείο έχουν εγγόνια κι αυτοί όχι; Είναι αυτό εγωιστικό κι όχι ότι υπάρχουν άνθρωποι που έκαναν ή κάνουν παιδιά γιατί “έτσι πρέπει” και μετά ακριβώς επειδή δεν ήθελαν να γίνουν ποτέ γονείς στην πραγματικότητα, μεγαλώνουν παιδιά γεμάτα ανασφάλειες, με βαθιά τραύματα ή χωρίς το σημαντικότερο και το μοναδικό πράγμα που βασικά πρέπει να προσφέρει ένας γονιός στο παιδί του, αγάπη και στήριξη; “Γιατί έτσι πρέπει”. Αγαπητό μου ημερολόγιο, σε όλη την ιστορία της ανθρώπινης γλώσσας, δεν υπάρχει φράση που να μ’εκνευρίζει περισσότερο. Και δηλαδή αν τολμήσεις και παρεκκλίνεις από τον μοναδικό σκοπό που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος πάνω σε τούτη τη γη, είσαι εγωιστής, τιποτένιος και κατάπτυστος; Είσαι η απογοήτευση της οικογένειας; Όπως αντιλαμβάνεσαι, το μυαλό μου βομβαρδίστηκε με τόσες κι άλλες τόσες ερωτήσεις. Και πίστεψέ με έχω, δυστυχώς, στο άμεσο περιβάλλον μου πολλά, χειροπιαστά παραδείγματα τέτοιων…”γονιών”. Και καλά εγώ είμαι και πνεύμα αντιλογίας, όπως έλεγε πάντα ο παππούς μου για μένα από τότε που πρωτομίλησα μέχρι τα 19 μου που τον έχασα, και δεν πτοήθηκα, απάντησα στον γιατρό. Αλλά εγώ, πες, είμαι κι αισίως 29 κι είχα ανέκαθεν μια αλλεργία στους ιεροκήρυκες και στα πρέπει. Άλλες κοπέλες, πιο νέες κιόλας, μπορεί πραγματικά να επηρεαστούν από έναν τέτοιο διάλογο, πόσο μάλλον αν μεγάλωσαν με γονείς σαν τον κύριο γυναικολόγο-ιεροκήρυκα. Έτσι, αγαπητό ημερολόγιο, σκέφτηκα ότι αυτό που θα ήθελα για τον νέο χρόνο είναι λιγότερη κριτική. Περισσότερη ευγένεια. Όχι καλημέρες κι ευχαριστώ και παρακαλώ, αλλά ευγένεια ως προς τη μοναδικότητα και την αυτοδιάθεση κάθε ανθρώπου. Ας αφήσουμε τους ανθρώπους να κάνουν και να είναι όπως κι ο,τι θέλουν χωρίς όμως να περιμένουμε στη γωνία να τους κρίνουμε επειδή δεν ταιριάζουν στον δικό μας μικρόκοσμο. Δεν ζούμε στο ’50, μπαίνουμε στο 2019. Δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο. Υπάρχει και γκρι.
Και πίστεψέ με, έχει παραπάνω από 50 αποχρώσεις και μπορεί να είναι όλες εξίσου όμορφες, αν τις “συνδυάσεις” σωστά.

Σχόλια;