Ημέρα 1158η.

Τελευταία ακούω πολλά podcasts, διαφόρων ειδών. Πολιτικού σχολιασμού, συμβουλές πώς να δουλεύεις καλύτερα από το σπίτι, ιστορία μουσικής, διαλογισμό, self-empowerment, σχέσεων προσωπικών και μη. Σε ένα από αυτά τα podcast άκουσα μια γνωστή Ελληνίδα ηθοποιό να σχολιάζει πόσο πολύ την ενοχλεί αυτή η μόδα των ανθρώπων που πρεσβεύουν πολύ σθεναρά την θετική σκέψη και την θετική ενέργεια κι ότι όλα θα πάνε καλά κι ότι η ζωή είναι ωραία και που τελοσπάντων επιλέγουν να μην είναι μίζερα βούιδια (που λέμε και στο Τσιρίγο) κι ότι εκείνη διαφωνεί, η ζωή δεν είναι ωραία και δεν την μπορεί αυτήν την τοξική μανία να βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο. Κι εντάξει να δεχτώ ότι μπορεί να την πετύχαμε σε μια κακή μέρα την κοπέλα. Ωστόσο, κάτι που προσωπικά έχω παρατηρήσει έντονα είναι ότι πολλά πράγματα τα χωρίζει μια εξαιρετικά λεπτή γραμμή από το να γίνουν γραφικά και τετριμμένα. Όπως και τα άκρα, τα αντίθετα, κάποιος να πηγαίνει κόντρα στη “μάζα” απλά για να πάει κόντρα ή απλά για να, ας πούμε, “ξεχωρίσει”. Η θετική σκεψή μπορεί, φυσικά, να γίνει πολύ τοξική αν πιέζεις τον εαυτό σου να σκέφτεται μόνο θετικά και δεν αφήνεσαι να βιώσεις και τα αρνητικά συναισθήματα, όσο έντονα και άβολα κι αν είναι. Αλλά μήπως κι ο τοξικός αρνητισμός μόδα δεν έγινε; Να είσαι ο πολεμοχαρής της παρέας, ο δύσκολος, ο ισχυρογνώμων, ο “απλά έχω απόψεις και τις στηρίζω έντονα”. Ο έχων δύο απόψεις, ας αφήσει τη μία στο σπίτι, θα πω εγώ. Όταν άκουσα τον σχολιασμό, μου δημιουργήθηκε η εξής απορία: γιατί οι άνθρωποι από τη φύση μας τείνουμε να βάζουμε σε βάθρο τους άνθρωπους που εντελώς αντικειμενικά πέρασαν κάτι χειροπιαστά τραυματικό και δύσκολο και παρόλαυτα παρέμειναν αισιόδοξοι και με χαμόγελο και με θετική ενέργεια αλλά τους υπόλοιπους, τους καθημερινούς, με τις πιο “συνηθισμένες” δυσκολίες , με άλλου είδους τραύματα ίσως πιο εσωτερικά, που επίσης επιλέγουν να αντιμετωπίζουν τη ζωή με χαμόγελο τους κάνουμε πέρα; Γιατί οι δεύτεροι αποτελούν μέρος κάποιας χαζοχαρούμενης κλίκας ή τους θεωρούμε ρομαντικούς ή ονειροπόλους ή μη ρεαλιστές; Γιατί αν κάποιος ξεπέρασε μια δύσκολη αρρώστια ή επανήλθε από κάποιο σοβαρό ατύχημα ή τραυματική απώλεια και παρέμεινε αισιόδοξος είναι λεβέντης και καραμπουζουκλής κι εγώ που κατάφερα να ξεπεράσω την κατάθλιψη και το γεγονός ότι για μεγάλο διάστημα της ζωής μου κάθε βράδυ που ξάπλωνα να κοιμηθώ ευχόμουν να μην ξυπνήσω το πρωί, είμαι άλλη μία σταγόνα στον ωκεανό της ψυχικής υγείας; Και το πιο σημαντικό απ’όλα: ποιος μου λέει εμένα ότι αυτός που χαμογελάει συνέχεια και του αρέσει να βοηθάει τους άλλους και να τους κάνει να γελάνε, δεν υποφέρει μέσα του; Δεν παλεύει με κάτι μόνος του; Και ποιος μου λέει ότι η τάδε που ξεπέρασε αυτή την δύσκολη αρρώστια και παρέμεινε πολύ δυνατή και ψύχραιμη καθ΄όλη τη διάρκεια, δεν ήθελε απλά να αφεθεί και να κλάψει και να ζητήσει βοήθεια; Κι εκείνος που έχασε κάποιον πολύ αγαπημένο του ξαφνικά και παρέμεινε δυνατός για να στηρίξει την οικογένεια ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να είχε ανάγκη να θυμώσει και να κλάψει ή να κοιτάει το ταβάνι για μέρες; Εκείνος ο φίλος που είναι συνέχεια κουρασμένος, η φίλη που δεν θέλει ποτέ να μένει στο σπίτι μόνη της, ο φίλος που δεν απαντάει στα μηνύματα ή που στέλνεις συνήθως εσύ πρώτος και σκέφτεσαι “ε όλο εγώ του στέλνω πρώτος, δεν θα του ξανά στείλω”. Ξανά στείλε. Ξανά και ξανά. Δεν σου κοστίζει απολύτως τίποτα και μάλλον δεν θα μάθεις ποτέ τι μπορεί να σήμαινε για εκείνον αυτό το μήνυμα.

Αυτή η χρονιά έχει επηρεάσει την ψυχική υγεία όλων μας, ανεξάρτητα από το αν έχουμε “υποκείμενα νοσήματα” ή όχι. Στο Λονδίνο υπάρχει σίγουρα μεγαλύτερη προβολή κι επίγνωση σε ο,τι αφορά την ψυχική υγεία σε σχέση με την Ελλάδα. Πολλές εταιρείες, μεγάλες και μικρές, έχουν σε εφαρμογή πολιτικές και κάνουν υποχρεωτικά trainings και ενημερωτικά σεμινάρια σε υψηλά στελέχη και υπαλλήλους. Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που για πολλά από αυτά τα στελέχη το υποχρεωτικό training είναι ακόμη ένα πράγμα στη λίστα τους. Όταν στην προηγούμενη μου δουλειά, ζήτησα μία μέρα τον μήνα να δουλεύω από το σπίτι (κάτι κατά τ’άλλα τρομερά διαδεδομένο και φυσιολογικό στο Λονδίνο) για να μπορώ να κάνω τη συνεδρία μου με την ψυχολόγο μου την ώρα του διαλείμματός μου, το… “εκπαιδευμένο” αφεντικό μου μου απάντησε ότι δεν περίμενε να έχω κάποιο θέμα ψυχικής υγείας, “δε μου φαίνεται”, είπε. Εγώ που ντυνόμουν και πήγαινα στη δουλειά μου περιποιημένη και έλεγα καλημέρα με χαμόγελο κι έκανα αστεία κι ήμουν αποδοτική και παραγωγική και με αυτοπεποίθηση, πώς ήταν δυνατόν να έχω κάποιο θέμα με την ψυχική μου υγεία; “Ναι είναι μια πολύ συνηθισμένη προκατάληψη σε ο,τι αφορά την ψυχική υγεία”, της απάντησα χαμογελώντας αμήχανα. Η επόμενη ερώτηση ήταν ακόμα καλύτερη: “και για πόσο καιρό θα το κάνεις αυτό;”. Σαν να ήταν αντιβίωση ένα πράγμα. Η προκατάληψη ότι όποιος επισκέπτεται ψυχολόγο δεν μπορεί να λειτουργήσει φυσιολογικά στην καθημερινή του ζωή αλλά έχει πάντα εμφανή θλιμμένη όψη και παρουσιαστικό είναι ακόμα εξαιρετικά έντονη και συνδέεται άμεσα με την άλλη έντονη προκατάληψη ότι όποιος επισκέπτεται ψυχολόγο το κάνει αποκλειστικά και μόνο αν βρίκσεται σε εξαιρετικά άθλια ψυχολογική κατάσταση.

Η κριτική και τα εύκολα συμπεράσματα είναι το φόρτε μας και καθόλου δεν βγάζω την ουρά μου απ’έξω, αγαπητό ημερολόγιο. Έτσι μεγαλώσαμε. Κι εδώ που τα λέμε, σε πολλές περιπτώσεις εάν αποσυνθέσεις την ελληνική κοινωνία στο τέλος θα δεις να σου απομένουν ένα πικρόχολο σχόλιο, πολλά σεξιστικά/ρατσιστικά/αδαή “χωρατά” και απόψεις, πολλές απόψεις κυρ-Στέφανε. Εκτοξεύονται προς πάσα κατεύθυνση και κυρίως χωρίς να τις ζητήσει κανείς. Όλοι έχουμε μια ιστορία, όλοι “κουβαλάμε” κάτι, όλοι έχουμε τραύματα – α και μιας και τα λέμε, το τραύμα είναι μη μετρήσιμο ουσιαστικό. Δεν υπάρχει μικρό και μεγάλο, είναι απλά τραύμα. Κανένας ποτέ δεν θα έχει το δικαίωμα να αποφασίσει για το πόσο μικρό ή μεγάλο είναι το τραύμα σου. Αν σε αυτή σου την ιστορία, λοιπόν, με τα καλά της και τα κακά της που σε σημάδεψε, σε διαμόρφωσε, σε ταλαιπώρησε κι ενδεχομένως σε ταλαιπωρεί ακόμα μερικές φορές, προσθέσεις και το τρομερό φορτίο των μόνιμα αρνητικών σκέψεων στην καθημερινότητά σου, τότε ζεις ή απλά επιβιώνεις αγαπητό ημερολόγιο;

Σχόλια;